Νέα ευρήματα ότι τα περιττά κιλά αυξάνουν την πιθανότητα καρκίνου



Τα περιττά κιλά αυξάνουν την πιθανότητα ανάπτυξης μιας σειράς καρκίνων, κυρίως των πεπτικών οργάνων και όσων επηρεάζονται από τις ορμόνες, αναφέρει νέα ευρωπαϊκή έρευνα.

Τα ερευνητικά δεδομένα για τη συσχέτιση παχυσαρκίας - καρκίνου είναι πια τόσο ισχυρά ώστε "διεθνείς οργανισμοί, όπως η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας του Καρκίνου (IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περιγράφουν το περιττό σωματικό βάρος ως σημαντική αιτία του καρκίνου" δήλωσε η δρ Susan Gapstur, αντιπρόεδρος της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας (ACS).
Τη νέα έρευνα, που βασίσθηκε σε 204 προηγούμενες κλινικές μελέτες οι οποίες είχαν εξετάσει τη συσχέτιση του σωματικού βάρους με 36 μορφές καρκίνου, πραγματοποίησε ομάδα επιστημόνων με κύρια ερευνήτρια την δρα Μαρία Κύργιου, από το Τμήμα Χειρουργικής και Καρκίνου του Imperial College London.

Η μετανάλυση έδειξε ότι η αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) ενός ατόμου κατά 5 kg/m2 συνδέεται με σημαντικά αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης 11 μορφών καρκίνου, ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι καρκίνοι του οισοφάγου, της χοληδόχου κύστης, του ήπατος, του παγκρέατος και των νεφρών.
Συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο του παχέος εντέρου και του ορθού στους άνδρες, με αυξημένη πιθανότητα ενδομητρικού καρκίνου και καρκίνου μαστού στις γυναίκες, και με αυξημένο κίνδυνο του στομάχου και των ωοθηκών.

Ο ΔΜΣ αξιολογεί το σωματικό βάρος σε συνάρτηση με το ύψος (για να υπολογιστεί πρέπει να διαιρεθεί το βάρος σε κιλά, με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα). Όταν είναι από 25 έως 29,9 σημαίνει υπέρβαρο άτομο, ενώ πάνω από 30 σημαίνει παχυσαρκία.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό BMJ, για κάθε αύξηση του ΔΜΣ κατά 5 kg/m2 αυξάνεται η πιθανότητα καρκίνου από 9% για τον καρκίνο του παχέος εντέρου στους άνδρες έως 56% για τους όγκους της χοληφόρου οδού που συμμετέχει στην πέψη.
Επίσης για κάθε αύξηση κατά 5 κιλά του σωματικού βάρους πάνω από το φυσιολογικό, αυξάνεται 11% η πιθανότητα καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση στις γυναίκες οι οποίες δεν έχουν κάνει ορμονοθεραπεία υποκατάστασης.

 Νέτα Σοφία
Ειδικός Συνεργάτης - Σύμβουλος Έκδοσης
Πηγές: BMJ
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις