Το βλέμμα καρφώνεται
στον συννεφιασμένο ουρανό, σ' έναν
ορίζοντα ως εκεί που φθάνει να δει το
μάτι. Αναρωτιέμαι... πόσοι δεν έχουν
όραση;
Σηκώνομαι για να...
επεκτείνω τον ορίζοντά μου. Αναρωτιέμαι...
πόσοι δεν μπορούν να περπατήσουν;
Νιώθω ένα αίσθημα πείνας
και ψαχουλεύω για να βάλω κάτι στο
στομάχι μου. Αναρωτιέμαι.. πόσοι δεν
έχουν να φάνε;
Δίψασα και έβαλα νερό
στο ποτήρι δίπλα μου. Αναρωτιέμαι...
πόσοι έχουν μέρες να πιούν νερό;
Ξαφνικά κάνει τόσο
κρύο! Αναψα το καλοριφέρ. Αναρωτιέμαι...
πόσοι έχουν ζεστασιά;
Kαι
κάπου εκεί μακριά, κάποιοι γιατροί,
κάποιοι άνθρωποι (όσοι έμειναν ακόμα),
αγωνίζονται για να βρουν μια γάζα, ένα
εμβόλιο, να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί,
να ζεστάνουν το χέρι ενός ηλικιωμένου
που κάποια πλημμύρα ή κάποιος σεισμός
διέλυσε το σπιτικό του.
Θα
'θελα να 'μαι εδώ ή θα 'θελα να 'μαι εκεί
κοντά σ' όλους αυτούς, κάτι να κάνω;
Θα
'θελα να 'μαι εκεί...
φωτο enet
Ελένη
Δ. Μπουχαλάκη
Σχόλια