Η οικογενειακή διάσταση της κατάθλιψης: Ζήτημα για έναν ή για πολλούς;



Κατάθλιψη... η μη βιωμένη θλίψη. Στην κατάθλιψη το άτομο νιώθει θλίψη για τον αποχωρισμό, πενθεί για το τέλος, για κάτι ή κάποιον που επιθυμούσε πολύ και δεν πραγματοποιήθηκε...

Οι απώλειες και οι αποχωρισμοί είναι συνεχείς και καθημερινοί στη ζωή των ανθρώπων, εντάσσονται μέσα στη φυσιολογική πορεία και στο υγιές προχώρημά μας. Κάθε τέλος μια νέα αρχή, με την έννοια της εξέλιξης. Η θλίψη που συνοδεύει ένα τέλος, μια περίοδο στη ζωή μας που τελείωσε, είναι φυσιολογικό συναίσθημα το οποίο θα διαδεχθεί η προσδοκία και η επιθυμία για το νέο που έρχεται. Πολλές φορές όμως η φυσιολογική θλίψη παρατείνεται, διαρκεί περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε ή όσο θα ήθελε η κοινωνία μας, γίνεται βαθιά, συνοδεύεται σταδιακά από αισθήματα κενού, ανηδονία, έλλειψη ευχαρίστησης για μικρές και καθημερινές χαρές, ματαιότητα, γενικευμένο άγχος και, τέλος, απελπισία.
Η κατάθλιψη, οριζόμενη ως ψυχιατρική διαταραχή που οφείλεται στη δυσλειτουργία νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου (σεροτονίνη, νοραδρεναλίνη και ντοπαμίνη), αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή και στο πλαίσιο ότι το άτομο νοσεί. Η σύγχρονη ψυχολογία, αποδεχόμενη την κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, δεν παραμένει στη βιολογική διάσταση, αλλά εντοπίζει και παρεμβαίνει με ποικίλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, ώστε να βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη και να θεραπευτεί, εστιάζοντας στο ίδιο το άτομο αλλά και στις κοντινές και διαπροσωπικές του σχέσεις.

Σύμφωνα με έρευνες, οι κυριότεροι αιτιολογικοί παράγοντες εμφάνισης κατάθλιψης είναι η παθολογία των γονέων, αν δηλαδή έχουν εμφανίσει διαταραχή διάθεσης ή καταθλιπτικό επεισόδιο στην πορεία ζωής της οικογένειας, καθώς επίσης και τα γνωστικά σχήματα με τα οποία αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον κόσμο και το συναισθηματικό κλίμα της οικογένειας (Sander & McCarthy, 2005). Ευρήματα από διαγενεακές και διαχρονικές μελέτες που εστίασαν στην εμφάνιση κατάθλιψης σε τρεις γενιές οικογενειών υπέδειξαν μια άμεση και σταθερή στον χρόνο συσχέτιση στην εμφάνιση κατάθλιψης μεταξύ γονέων και παιδιών, με το ποσοστό να αυξάνεται στα εγγόνια τα οποία είχαν παππούδες με επεισόδιο κατάθλιψης και πιο συχνά να εμφανίζεται στις γυναίκες, στη γιαγιά, στην κόρη-μητέρα και στην εγγονή (Weissman, Wickramaratne, Nomura et al., 2005, Olfson, Marcus, Weissman & Jensen, 2002). Άλλα στοιχεία δείχνουν ότι οι αντιλήψεις των γονέων για τον κόσμο και τον εαυτό τους, τα γνωστικά τους σχήματα, τα οποία μαθαίνονται από τους γονείς στα παιδιά, επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την εμφάνιση της κατάθλιψης στα παιδιά τους. Τα γνωστικά σχήματα είναι οι οργανωμένες στάσεις και πεποιθήσεις που έχει ο κάθε άνθρωπος για τον εαυτό του, τον κόσμο και το μέλλον, συνδέονται με τα συναισθήματά μας και καθοδηγούν τις συμπεριφορές μας.
Με βάση τη γνωσιακή συμπεριφοριστική προσέγγιση, η κυριότερη αιτία κατάθλιψης είναι τα αρνητικά ή παραμορφωμένα γνωστικά σχήματα του ατόμου, το οποίο εκτιμά λανθασμένα τα γεγονότα, τις αντιλήψεις για τον εαυτό του και τις σχέσεις με τους άλλους (Beck, 1967, Alloy et al., 2001). Ακόμα όμως και σε οικογένειες που διακατέχονται συνολικά από διαστρεβλωμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, τα συμπτώματα της κατάθλιψης μετριάζονται όταν οι γονείς επιδεικνύουν κάποιες λειτουργικές στρατηγικές αντιμετώπισης προβλημάτων και είναι συναισθηματικά κοντά στα παιδιά τους, ακόμα κι όταν εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα και οι ίδιοι (Klein, 2001).

Αν και ακόμη εξερευνάται η πορεία που ακολουθεί η εξέλιξη της κατάθλιψης όσον αφορά τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, είναι σαφές ότι επηρεάζεται άμεσα η λειτουργία της οικογένειας, με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όταν εμφανίζεται αρκετά νωρίς καταθλιπτικό επεισόδιο στην οικογενειακή ζωή παρουσιάζεται έντονη συσπείρωση της οικογένειας γύρω από το καταθλιπτικό άτομο (Costello et al., 2002). Άλλα ευρήματα δείχνουν ότι σε ζευγάρια που το ένα από τα δύο μέλη εμφανίζει κατάθλιψη υπάρχει κλίμα εντάσεων και συγκρούσεων πριν την έναρξη του επεισοδίου, κλίμα το οποίο εμφανίζεται και σε οικογένειες όπου υπάρχει καταθλιπτικό επεισόδιο στο έφηβο παιδί ή στον πατέρα (Keitner, 2005).

Εξετάζοντας λίγο εκτενέστερα τις οικογενειακές σχέσεις και τη λειτουργία της οικογένειας στην κατάθλιψη, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή ζουν σε ένα αρκετά στρεσογόνο και δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των μελών, η έλλειψη υποστήριξης και η αδυναμία να εμπιστευτούν ο ένας το άλλο (Keitner, 2005). Σε άλλη έρευνα είχε παρατηρηθεί ότι στις καταθλιπτικές οικογένειες οι τομείς που διαταράσσονται, εκτός από την επικοινωνία, είναι η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, καθώς επίσης και η λειτουργία των ρόλων (Keitner et al., 1995).

Οι νεότερες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν την εμφάνιση της κατάθλιψης και γενικά των ψυχιατρικών διαταραχών ως αποτέλεσμα της διατάραξης της επικοινωνίας και των σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας. Σύμφωνα με τη συστημική οικογενειακή θεραπεία, η οικογένεια μελετάται ως ένα δυναμικό σύνολο, ως μια ολότητα, ως μια κοινωνική ομάδα, και κατ’ επέκταση τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα άτομα εξετάζονται στο παρόν, τη στιγμή που εμφανίζονται χρονικά στη ζωή τους και σε συνάρτηση με τις κοντινές διαπροσωπικές τους σχέσεις μέσα στην οικογένεια και στο κοντινό κοινωνικό περιβάλλον.

Μητέρες οι οποίες παρουσίαζαν κατάθλιψη αλλά χαρακτηρίζονταν από συναισθηματική διαθεσιμότητα προς τα παιδιά τους μετρίαζαν τις πιθανότητες εμφάνισης διαταραχής στα παιδιά αργότερα. Το ίδιο συνέβαινε και με πατέρες οι οποίοι ήταν αρκετά κοντά στα παιδιά τους τη στιγμή της μητρικής κατάθλιψης στο οικογενειακό πλαίσιο (Mezulis, 2004). Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι η κακή λειτουργία της οικογένειας έχει τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα αρνητική επίδραση στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, ενώ η συσπείρωση των μελών και η βελτίωση της οικογενειακής λειτουργίας σε όλους τους τομείς έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική, εμφανίζοντας καλύτερα ποσοστά αντιμετώπισής της σε σχέση με περιπτώσεις όπου αντιμετωπίστηκε ατομικά (Keitner et al., 1995, 1997).

Λεμονιά Σαριγκουλέ, Ψυχολόγος
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις